αἱμόδιψος

αἱμόδιψος
αἱμό-διψος, ον,
A bloodthirsty, Luc.Ocyp.97.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιμόδιψος — αἱμόδιψος, ον (Α) ο αιμοδιψής. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + δίψα. ΠΑΡ. νεοελλ. αιμοδιψία] …   Dictionary of Greek

  • αἱμόδιψον — αἱμόδιψος bloodthirsty masc/fem acc sg αἱμόδιψος bloodthirsty neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιματόδιψος — η, ο ο αιμόδιψος* …   Dictionary of Greek

  • αιμοδιψία — η [αιμόδιψος] δίψα για αίμα, αγριότητα, απανθρωπιά, αιμοβορία …   Dictionary of Greek

  • αιμοδιψής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, και αιμόδιψος, η, ο αυτός που διψά για αίμα, κακούργος: Ο Νέρωνας εξελίχθηκε σ έναν από τους πιο αιμοδιψείς τυράννους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”